Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Η προσάρτηση της πόλης της Λάρισας στο ελληνικό κράτος και η εμφάνιση του αγροτικού ζητήματος

  

Η είσοδος των ελληνικών στρατευμάτων στην πόλη της Λάρισας έγινε την 31η Αυγούστου 1881 καθώς τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν στη Θεσσαλία από την περιοχή του Δομοκού συνεχίζοντας την προσάρτηση μιας σειράς πόλεων (Καρδίτσα, Τρίκαλα, Καλαμπάκα). Οι κάτοικοι της πόλης ξεχύθηκαν στους δρόμους για να γιορτάσουν το γεγονός ανταλλάσοντας ασπασμούς μεταξύ τους ενώ οι αψίδες που είχαν στηθεί από το βράδυ έστεκαν καταπράσινες, στολισμένες με σημαίες και συνθήματα πατριωτικά (1). Η πόλη της Λάρισας συμπεριλαμβανόταν στο τμήμα των περιοχών που θα εκκενωνόταν και περιελάμβανε τις παρακάτω περιοχές: Λάρισα – Τύρναβος – Κρανιά – Ραψάνη – Αμπελάκια, κάτι το οποίο αποφασίστηκε από την «Διεθνή επί της παραδόσεως επιτροπή», η οποία συνήλθε στην Αθήνα στις 03 Αυγούστου (2).


Οι πολιτικοί και δικαστικοί υπάλληλοι, έπειτα από εντολή της Πύλης, σταμάτησαν της εργασίες τους δέκα μέρες πριν την εκκένωση της πόλης και ταυτόχρονα οι οθωμανικές αρχές νοίκιασαν δύο μεγάλα κτίρια στην Τσαριτσάνη με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουν ως στρατιωτικό νοσοκομείο και ως χώρος αποθήκευσης της δεκάτης από τις επαρχίες της Θεσσαλίας. Στη συνέχεια μέρος του οθωμανικού στρατού ανακατασκεύαζε το οδικό δίκτυο του δρόμου Ελασσόνας - Σερβίων – Κοζάνης. Με την εκκένωση της Θεσσαλίας ο Χαλίλ μπέης μετέφερε τη διοίκηση του πρώην σαντζακίου της Θεσσαλίας στα Σέρβια όπου περιλαμβανόταν οι καζάδες της Κοζάνης, της Σιάτιστας, της Πτολεμαΐδας και της Ελασσόνας (3).


Στα τέλη Σεπτέμβρη ο πρωθυπουργός Κουμουνδούρος επισκέπτεται για δεύτερη φορά την πόλη της Λάρισας – έπειτα από την κοινή περιοδεία που ξεκίνησαν με το βασιλιά Γεώργιο Α’ - και οι κάτοικοι των υποδέχονται ενθουσιωδώς. Ο Έλληνας πρωθυπουργός συναντήθηκε με μουσουλμάνους προκρίτους με τους τελευταίους να μένουν ικανοποιημένοι από τη συγκεκριμένη συνάντηση. Στις 07 του ίδιου μήνα η βασιλική ακολουθία αφού πρώτα έκανε μία στάση στο Μεσδάνι (Αγναντερό Καρδίτσας) όπου και συναντήθηκε με τον τσιφλικά Χρηστάκη Ζωγράφο φθάνει στη Λάρισα όπου δέχεται μία ενθουσιώδη υποδοχή από τους κατοίκους της πόλης ενώ στην υποδοχή πήραν μέρος και Οθωμανοί γαιοκτήμονες (4). Να σημειώσουμε εδώ πως οι Οθωμανοί πολίτες οι οποίοι παρέμειναν μετά την προσάρτηση δεν ήταν φτωχές αγροτικές και λαϊκές οικογένειες καθώς από τον τύπο της εποχής – και όχι μόνο - πληροφορούμαστε πως 500 οικογένειες μουσουλμάνων επρόκειτο να μεταφερθούν στην επαρχία της Βέροιας ενώ από τις φυλακές Λαρίσης και Βόλου πολλοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη (5).


Όπως προαναφέρθηκε ο λαός της πόλης υποδέχθηκε τα ελληνικά στρατεύματα με μεγάλη αισιοδοξία γιατί ήλπιζε και πίστευε πως μαζί με την εθνική του ελευθερία θα απαλλασσόταν από το ζυγό και τη σκληρή εκμετάλλευση, αντίθετα όμως η σκληρή εκμετάλλευση συνεχίστηκε με χειρότερους όρους (6). Οι τσιφλικάδες και οι κεφαλαιούχοι οι οποίοι διεκδικούσαν τις γαίες που έμειναν ορφανές κατά την αποχώρηση του οθωμανικού κράτους και των Οθωμανών είχαν πολύ μεγάλη δύναμη στους κύκλους του αστικού κοινοβουλίου ενώ στην ελληνική κυβέρνηση της εποχής υπήρχαν υπουργοί τσιφλικάδες ή υποστηρικτές τσιφλικάδων «και με τις διαταγές τους άρχισε να πηγαίνει ο στρατός στα αλώνια συνοδεύοντας επιστασίες. Και αυτές, έχοντας προστασία από λόγχες, άρχισαν να αρπάζουν, όχι μόνο για τους “αφέντες” τους, αλλά και για τον εαυτό τους» (7). Η αντίδραση βέβαια των φτωχών αγροτών ήταν άμεση και έτσι 15 ημέρες μετά την προσάρτηση διαβάζουμε στον τοπικό τύπο (8) πως «… ήρξαντο να αναφαίνονται εκ μέρους των χωρικών αναρχικαί τάσεις». Η συγκεκριμένη εφημερίδα ήταν όργανο των κεφαλαιούχων και στα προαναφερθέντα άρθρα ασκεί κριτική στους αγρότες για τη στάση τους. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως οι κεφαλαιούχοι της εποχής είχαν ήδη έτοιμο το μηχανισμό προπαγάνδας.


Έτσι μαζί με την προσάρτηση της Θεσσαλίας λαμβάνει χώρα και το αγροτικό ζήτημα το οποίο πολλοί βουλευτές – όργανα όπως είδαμε των κεφαλαιούχων – προσπάθησαν να αποκρύψουν δηλώνοντας συνεχώς πως δεν υφίσταται. Ο Χ. Τρικούπης δε με τη φράση ότι «δεν υφίσταται αγροτικόν ζήτημα Θεσσαλίας – Άρτης» προσπάθησε να μεταμορφώσει τους αμφίβολους τίτλους αγοράς και ιδιοκτησίας των κεφαλαιούχων σε έγκυρους (9) (10). Από τη στιγμή όμως που η συγκεκριμένη αναγνώριση δεν είχε νομική ισχύ οι τελευταίοι απέφυγαν την προσφυγή στη δικαιοσύνη αναζητώντας πλάγιους δρόμους και έτσι βλέπουμε την κυβέρνηση Τρικούπη να στέλνει «στη Θεσσαλία αστυνόμους και νομάρχες (...) που φάνηκαν σκληρότεροι κι απ’ τους πιο χειρότερους Τούρκους. Τέτοια ήταν η πρώτη γνωριμία της θεσσαλικής αγροτιάς με το ρωμαίϊκο» (11).



(1) Παγανέλης Κ. Σπυρίδων, Η στρατιωτική κατάληψις της Άρτης και Θεσσαλίας, εκ του τυπογραφείου της ενώσεως, Αθήνα, 1882, σελ. 370.

(2) ΑΙΩΝ 04/07/1881.

(3) Αγγελική Σφήκα – Θεοδοσίου, Η προσάρτηση της Θεσσαλίας – η πρώτη φάση στην ενσωμάτωση μιας ελληνικής επαρχίας στο ελληνικό κράτος 1881/1885, Διδακτορική διατριβή που υποβλήθηκε στη Φιλοσοφική σχολή του Αριστοτέλειου πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σελ. 26.

(4) Αγγελική Σφήκα – Θεοδοσίου, ο. π., σελ. 28.

(5) (ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ 15/09/1881).

(6) Βλέπε περιοδικό: Θεσσαλία στους κοινωνικούς αγώνες, Το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία κατά τα πρώτα χρόνια της προσάρτησης, τ.7, Άνοιξη 2024, σελ. 86-98.

(7) Λάζαρος Αρσενίου, Το έπος των Θεσσαλών αγροτών και οι εξεγέρσεις τους 1881 – 1993, εκδόσεις Δωδώνη, Τρίκαλα, 1994, σελ. 35 | Πουρνάρας Δημήτρης, Ιστορία του αγροτικού κινήματος εν Ελλάδι, εκδόσεις Ακαδημαϊκόν, Αθήνα, 1931, σελ. 39.

(8) ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, 15/09/1881 – 22/09/1881.

(9) Το οθωμανικό κράτος πούλησε τα τσιφλίκια στους κεφαλαιούχους, πούλησε όμως μόνο το γήμορο (συμφωνημένη ποσότητα καλλιέργειας που αντιστοιχεί στον κάθε ιδιοκτήτη) και όχι τις γαίες γιατί στο ισλαμικό δίκαιο δεν υπήρχε η έννοια της κυριότητας.

(10) Λάζαρος Αρσενίου, ο. π., σελ. 48.

(11) Γιάνης Κορδάτος, Μεγάλη ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις 20ος αιώνας, Β’ έκδοση, Αθήνα, 1956, τόμος 12, σελ. 418.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Ο πρώτος και μοναδικός εορτασμός της μεγάλης αντιφασιστικής νίκης των λαών στην πόλη της Λάρισας (1)

Η μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών γιορτάστηκε επίσημα στην πόλη της Λάρισας στις 09 Μαΐου 1945 γεμίζοντας με χαρά τους κατοίκους που τόσα υπέμειναν από τους κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής.

Η συγκεκριμένη νίκη ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός που γιορτάστηκε με κάθε επισημότητα από το αστικό κράτος της εποχής. Το Υπουργείο Εσωτερικών με υπουργό τον Κωνσταντίνο Τσάτσο έστειλε τηλεγράφημα το οποίο ανέλαβε να κοινοποιήσει η νομαρχία προς όλες τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές, το δήμαρχο της πόλης, τα σωματεία, τους συλλόγους και τους προέδρους των κοινοτήτων και στο οποίο αναφερόταν πως «Ημερομηνία εορτασμού της Νίκης ορίζεται η 8η Μαϊου (…) καθιερωμένη ως ημέρα αργίας. Παρακαλούμε μεριμνήσητε διά τον εορτασμόν του κοσμοϊστορικού γεγονότος διά δοξολογιών κατά το δυνατόν ευρύτερας εις ταύτην συμμετοχής των λαϊκών μαζών». Το επίσημο πρόγραμμα εορτασμού του Δήμου Λάρισας υπογεγραμμένο από τον δήμαρχο Αντώνη Σιτρά καλούσε τον κόσμο την 09η Μαΐου στις 11:00 το πρωί στην κεντρική πλατεία όπου θα τελούταν επίσημη δοξολογία από τον μητροπολίτη Δωρόθεο ενώ σύμφωνα με τη κυβερνητική διαταγή τα καταστήματα της πόλης έπρεπε να παραμείνουν κλειστά από τις 10:00 το πρωί έως τη 13:00. Στον εορτασμό παρευρέθηκε πλήθος εκπροσώπων θεσμικών φορέων και οργανώσεων όπως ο νομάρχης, ο στρατιωτικός διοικητής, ο δήμαρχος με το δημοτικό συμβούλιο, διοικητές των στρατιωτικών μονάδων και υπηρεσιών, αντιπρόσωποι των συμμάχων και του Ερυθρού Σταυρού, όλες οι δικαστικές, πολιτικές και εκπαιδευτικές αρχές, ανάπηροι και τραυματίες πολέμου, θρησκευτικοί λειτουργοί της Αρμένικης και της Ισραηλίτικης κοινότητας, προεδρεία των επαγγελματικών, εργατικών και επιστημονικών οργανώσεων καθώς και όλα τα δημοτικά σχολεία της πόλης και τα δύο γυμνάσια αρρένων και θηλέων (2).

Στην πόλη της Λάρισας επικρατούσε ένα κλίμα ενθουσιασμού και «παντού όπου συναντώνταν οι συμπολίτες μας αντήλλασσαν χειραψίες με τη χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τους» καθώς χιλιάδες κόσμου άρχισαν να συγκεντρώνονται από το πρωί στην πλατεία ενώ ήδη από την προηγούμενη μέρα στις 11:00 το πρωί οι καμπάνες ξεκίνησαν να χτυπούν χαρμόσυνα και οι σειρήνες να ηχούν χωρίς διακοπή με το λαό να αφήνει τη δουλειά του και να βγαίνει στους δρόμους για να γιορτάσει. Όλα τα δημόσια και στρατιωτικά κτίρια, καθώς και πλήθος μαγαζιών και σπιτιών σημαιοστολίστηκαν με τις σημαίες των συμμαχικών δυνάμεων (Ε.Σ.Σ.Δ., Αγγλία, Η.Π.Α.) ενώ «μόνο τα γραφεία του συνδέσμου των “εθνικοφρόνων” της πόλης μας δεν μπόρεσαν να βρουν μία σημαία για να εκφράσουν τη χαρά τους». Το προηγούμενο βράδυ πυκνές ομάδες κόσμου μαζί με Άγγλους στρατιώτες γιόρταζαν το μεγάλο γεγονός τραγουδώντας πατριωτικά και αντιφασιστικά τραγούδια στην κεντρική πλατεία ενώ οι δρόμοι πέριξ της πλατείας είχαν καταληφθεί από πλήθη λαού που ζητωκραύγαζαν υπέρ των συμμάχων, του ελληνικού λαού και της δημοκρατίας. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά μαζί με Άγγλους στρατιώτες έστησαν αυθόρμητα χορό στο κέντρο της πλατείας καθώς ο κόσμος χειροκροτούσε παρατεταμένα και ζητωκραύγαζε. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν οι τραυματίες του Ε.Λ.Α.Σ. με τα κομμένα πόδια, τα δεμένα κεφάλια και τις πατερίτσες γεγονός που προκάλεσε επευφημίες και θερμές εκδηλώσεις από τη μεριά του λαού, εκδηλώσεις που δονούσαν πραγματικά την ατμόσφαιρα! Δεν είχαν όμως όλοι τα ίδια συναισθήματα· οι εφημερίδες της εποχής αναφέρουν πως ορισμένα όργανα της τάξεως - με επικεφαλής τον ανθυπολοχαγό Κρίνη (3) - διέσχιζαν νευρικά τη πλατεία και με παρατεταμένα τα όπλα τους προσπαθούσαν επανειλημμένως να διαλύσουν το συγκεντρωμένο πλήθος, το οποίο τραγουδούσε «ο φασισμός πέθανε». Με την παρέμβαση όμως ενός Άγγλου αξιωματικού που ήταν παρών, μαζί με Άγγλους στρατιώτες αποφεύχθηκε η αιματοχυσία.

Να θυμίσουμε εδώ πως τις μέρες εκείνες διανύαμε ήδη την περίοδο της “λευκής τρομοκρατίας” (4) κατά την οποία το αστικό κράτος προσπαθούσε να ακυρώσει την εποποιία της αντίστασης και αντί της διεξαγωγής ελεύθερων εκλογών, με σκοπό να αποφασίσει μόνος του ο λαός πως θα κυβερνηθεί - σύμφωνα πάντα με την προγραμματική διακήρυξη του Ε.Α.Μ. - διενεργείται μία λυσσαλέα προσπάθεια για την εγκαθίδρυση αντιλαϊκής κυβέρνησης, της οποία τα συμφέροντα εκφράζονταν μέσα από τη σύμπλευση με τον Αγγλικό ιμπεριαλισμό, γεγονός το οποίο θα οδηγήσει πολλούς αγωνιστές και αγωνίστριες να βγουν ξανά στο βουνό και εν συνεχεία στα γεγονότα της περιόδου 1946-1949.

Η 09 Μαΐου 1945 είναι η μοναδική μέρα όπου γιορτάστηκε η μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών στη χώρα μας ενώ από το 1946 και έπειτα δεν γιορτάστηκε ποτέ ξανά επίσημα από το Ελληνικό κράτος.


(1) Τα στοιχεία του κειμένου είναι από τις τοπικές εφημερίδες της εποχής “Αλήθεια” και “Ελευθερία”.

(2) Οι φορείς που συμμετείχαν ήταν πολύ περισσότεροι αλλά εδώ για λόγους συντομίας χώρου αρκούμαστε να αναφέρουμε μόνο τους ανωτέρω.

(3) Ο ανθυπολοχαγός Κρίνης είναι αυτός ο οποίος κατά της είσοδο των στρατευμάτων της εθνοφυλακής στην πόλη (03/03/1945) ως το επίσημο πλέον όργανο της τάξεως του αστικού κράτους - έπειτα από την αποχώρηση του Ε.Λ.Α.Σ., - πυροβολεί και δολοφονεί τον ανταρτοεπονίτη Αχιλλέα Δενδραμή.

(4) Πολύ σύντομα μόνο να αναφέρουμε πως η “λευκή τρομοκρατία” περιελάμβανε λογοκρισία του επαρχιακού τύπου, ανατινάξεις πιεστηρίων όπως της τοπικής εφημερίδας «Ελευθερία», χιλιάδες συλλήψεις και διαπομπεύσεις αγωνιστών, εξευτελισμός τιμημένων στρατηγών – όπως ο Μπουκουβάλας, αποκατάσταση των «γερμανικών» ταγμάτων με τη μεταμφίεση τους σε εθνοφυλακή, καθημερινοί φόνοι αγωνιστών από ένοπλες συμμορίες των πρακτόρων της κατοχής κλπ. γεγονότα τα οποία επιβεβαιώνουν και ξένοι δημοσιογράφοι όπως ο Λήλαν Στόου της “New York Post” ή το επίσημο όργανο του αγγλικού εργατικού κόμματος “Daily Herarld”. (ΑΛΗΘΕΙΑ, 15/04/1945, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 06/04/1945).

 


 

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Η ανατίναξη της υπ. αριθμ. 53 ταχείας γερμανικής αμαξοστοιχίας (1)

  

Στις 23 Φλεβάρη 1944 το μηχανικό Ολύμπου με καπετάνιο τον Αντώνη Αγγελούλη (Βρατσάνο) ανατινάζει στην κοιλάδα των Τεμπών την ταχεία γερμανική αμαξοστοιχία υπ. αριθμ. 53, τη μεγαλύτερη ανατίναξη αμαξοστοιχίας που έγινε στην Ελλάδα, μέχρι εκείνη την περίοδο. Επιβάτες ήταν γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις από την Αφρική – κυρίως αξιωματικοί με πολλούς SS και το επιτελείο μίας μεραρχίας – με προορισμό το ανατολικό μέτωπο όπου θα χρησιμοποιούταν απέναντι στον σοβιετικό στρατό. Το αποτέλεσμα του σαμποτάζ ήταν να σκοτωθούν 450 Γερμανοί συμπεριλαμβανομένου ενός στρατηγού μαζί με το επιτελείο του ενώ το 1/3 των νεκρών ήταν αξιωματικοί· επίσης καταστράφηκαν 800 μέτρα σιδηροδρομικής γραμμής και οι συγκοινωνίες διακόπηκαν για 48 ώρες.

Το συγκεκριμένο σαμποτάζ ήταν αρκετά τολμηρό από τη μεριά των ανταρτών λόγω των ισχυρών γερμανικών φρουρών που υπήρχαν μεταξύ της γέφυρας και του τούνελ των Τεμπών, ενώ μεγάλες δυσκολίες υπήρξαν τόσο στην τοποθέτηση των εκρηκτικών στις θαλαμώσεις όσο και στη διαδικασία πυροδότησης. Ένας ακόμη αστάθμητος παράγοντας ο οποίος δυσκόλεψε την επιχείρηση ήταν ο καιρός· παρόλο που η επιχείρηση είχε οριστεί για τις 20 Φλεβάρη η υλοποίηση καθυστέρησε τρεις ολόκληρες μέρες - λόγω της χιονοθύελλας που έπληξε την περιοχή - αναγκάζοντας τους αντάρτες να περιμένουν μέσα στη χιονοθύελλα κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή! Σύμφωνα με την αφήγηση του ανταρτοεπονίτη Χατζηλαδά Γιάννη (Λογαράς) η οποία δημοσιεύτηκε στις 15/02/1974 στην εφημερίδα «Λαϊκός Αγώνας» - όργανο των πολιτικών προσφύγων της Ελλάδας στην Ουγγαρία (2) «στις 2 μετά τα μεσάνυχτα, 23 πια του μήνα, δούλευαν οι σαμποτέρ περιφρουρούμενοι από το πεζικό, συστηματικά χωρίς θόρυβο και γρήγορα, στις γραμμές κοντά στη γαλαρία της κοιλάδας των Τεμπών, σε μήκος 200 περίπου μέτρων. Τοποθετούσαν τις εκρηκτικές ύλες κάτω από τις γραμμές και τα καψούλια πυροδότησης πάνω σ’ αυτές. Βιάζονταν να τελειώσουν μη τυχόν και παρουσιαστεί καμιά εχθρική περίπολος ή τραίνο οπότε ζήτημα ήταν αν θα γλύτωνε κανένας τους». Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης οι μπουρλοτιέρηδες αναγκάστηκαν να αποτραβηχτούν γρήγορα τρεις φορές γιατί περνούσαν αμαξοστοιχίες που δεν έπρεπε να ανατιναχτούν, ώσπου τελικά εμφανίζεται η υπ. αριθμ. 53 η οποία μετά από μία τρομαχτική έκρηξη κατέληξε στον Πηνειό. Μετά την έκρηξη ακολούθησε μάχη με Γερμανούς στρατιώτες οι οποίοι επέβαιναν σε ένα θωρακισμένο βαγόνι μέσα από το οποίο πυροβολούσαν μανιασμένα προς όλες τις κατευθύνσεις γεγονός το οποίο δυσκόλεψε την υποχώρηση των ανταρτών. Ορίστηκαν έτσι δύο «βάσεις πυρός» με σκοπευτές τον Μήτσο Κολλάτο και τον Κώστα Γαζέτα οι οποίοι κατάφεραν να καθηλώνουν κατά διαστήματα τα γερμανικά πυρά και έτσι τα τμήματα μπόρεσαν να συμπτυχθούν και να υποχωρήσουν.

Η ανατίναξη της υπ. αριθμ. 53 ήταν τόσο σημαντική όπου οι ραδιοφωνικοί σταθμοί των συμμάχων στο Λονδίνο, στο Κάιρο και στη Μόσχα ασχολήθηκαν επανειλημμένα στις εκπομπές τους υπογραμμίζοντας τη σημασία της ενώ το περιοδικό της άγγλο – ελληνικής υπηρεσίας πληροφοριών (ΑΕΡΑ) τη χαρακτήρισε σαν ένα γεγονός παγκόσμιας σημασίας αναφέροντας την στην ανασκόπηση των παγκόσμιων πολεμικών γεγονότων του έτους 1944. Για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας να αναφέρουμε την εσφαλμένη μετάδοση της είδησης από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Καΐρου, ο οποίος ανέφερε πως οι Έλληνες αντάρτες καθοδηγούταν από Βρετανό αξιωματικό, ενώ στην πραγματικότητα ο λοχαγός Πωλ Λέικ συμμετείχε απλά σε μία διμοιρία ανταρτών, η οποία προοριζόταν να χτυπήσει μετά την ανατίναξη. Αξίζει να σημειωθεί πως οι Άγγλοι σύνδεσμοι οι οποίοι πέρασαν από το μηχανικό Ολύμπου πήραν τουλάχιστον από ένα γαλόνι.

Στις 31 Μαρτίου 1944 η ταχεία γερμανική αμαξοστοιχία υπ. αριθμ. 53 ανατινάζεται για δεύτερη φορά 7 χιλιόμετρα νότια της Λάρισας, ενέργεια η οποία είχε σκοπό να λειτουργήσει σαν αντιπερισπασμός στα εντατικά μέτρα ασφαλείας που είχαν πάρει οι Γερμανοί στον τομέα Λαρίσης – Τεμπών – Πλαταμώνος. Από τη δεύτερη ανατίναξη καταστράφηκαν 1200 μέτρα σιδηροδρομικού δικτύου, σκοτώθηκαν 250 Γερμανοί ενώ η διακοπή της συγκοινωνίας διήρκησε 26 ώρες. Στη συγκεκριμένη περιοχή δεν είχε διενεργηθεί ποτέ κάποια πράξη σαμποτάζ, γεγονός το οποίο αιφνιδίασε τους Γερμανούς. Η ανατίναξη έγινε από έφιππο τμήμα του μηχανικού και το δρομολόγιο της πορείας ήταν από τον Όλυμπο στον Κίσσαβο, Καραντάου, Κρανώνα και μετά επιστροφή.

Η δράση του μηχανικού Ολύμπου ήταν ιδιαιτέρως σημαντική καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής κάτι το οποίο φαίνεται από το σύνολο των επιχειρήσεων που διεξήγαγε· 48900 κατεστραμμένα μέτρα σιδηροδρομικού δικτύου, 36 καταστροφές γεφυρών, διακοπή συγκοινωνιών για 59 ημέρες και 3065 νεκροί Γερμανοί κατακτητές (3).


(1) Τα στοιχεία είναι από τις μαρτυρίες του καπετάνιου του μηχανικού Ολύμπου (Αγγελούλης Αντώνης, Βροντάει ο Όλυμπος, εκδοτικός οίκος «Γνώσεις», Αθήνα) και από τον Λάζαρο Αρσενίου (Λάζαρος Αρσ. Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, εκδόσεις «έλλα», Λάρισα, τρίτη έκδοση, τόμος Β’)

(2) Πληροφορίες από το αρχείο του Δημήτρη Μπάρμπα (arxeiothiki.blogspot.com/2017/02/)

(3) Περισσότερα για το μηχανικό Ολύμπου μπορούμε να βρούμε στο περιοδικό: Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, Μπάρμπας Δημήτρης, 80 χρόνια από τη γέννηση του Ε.Λ.Α.Σ., Λάρισα, Άνοιξη 2023, τεύχος 5, σελ. 21-23)