Η είσοδος των ελληνικών στρατευμάτων στην πόλη της Λάρισας έγινε την 31η Αυγούστου 1881 καθώς τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν στη Θεσσαλία από την περιοχή του Δομοκού συνεχίζοντας την προσάρτηση μιας σειράς πόλεων (Καρδίτσα, Τρίκαλα, Καλαμπάκα). Οι κάτοικοι της πόλης ξεχύθηκαν στους δρόμους για να γιορτάσουν το γεγονός ανταλλάσοντας ασπασμούς μεταξύ τους ενώ οι αψίδες που είχαν στηθεί από το βράδυ έστεκαν καταπράσινες, στολισμένες με σημαίες και συνθήματα πατριωτικά (1). Η πόλη της Λάρισας συμπεριλαμβανόταν στο τμήμα των περιοχών που θα εκκενωνόταν και περιελάμβανε τις παρακάτω περιοχές: Λάρισα – Τύρναβος – Κρανιά – Ραψάνη – Αμπελάκια, κάτι το οποίο αποφασίστηκε από την «Διεθνή επί της παραδόσεως επιτροπή», η οποία συνήλθε στην Αθήνα στις 03 Αυγούστου (2).
Οι πολιτικοί και δικαστικοί υπάλληλοι, έπειτα από εντολή της Πύλης, σταμάτησαν της εργασίες τους δέκα μέρες πριν την εκκένωση της πόλης και ταυτόχρονα οι οθωμανικές αρχές νοίκιασαν δύο μεγάλα κτίρια στην Τσαριτσάνη με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουν ως στρατιωτικό νοσοκομείο και ως χώρος αποθήκευσης της δεκάτης από τις επαρχίες της Θεσσαλίας. Στη συνέχεια μέρος του οθωμανικού στρατού ανακατασκεύαζε το οδικό δίκτυο του δρόμου Ελασσόνας - Σερβίων – Κοζάνης. Με την εκκένωση της Θεσσαλίας ο Χαλίλ μπέης μετέφερε τη διοίκηση του πρώην σαντζακίου της Θεσσαλίας στα Σέρβια όπου περιλαμβανόταν οι καζάδες της Κοζάνης, της Σιάτιστας, της Πτολεμαΐδας και της Ελασσόνας (3).
Στα τέλη Σεπτέμβρη ο πρωθυπουργός Κουμουνδούρος επισκέπτεται για δεύτερη φορά την πόλη της Λάρισας – έπειτα από την κοινή περιοδεία που ξεκίνησαν με το βασιλιά Γεώργιο Α’ - και οι κάτοικοι των υποδέχονται ενθουσιωδώς. Ο Έλληνας πρωθυπουργός συναντήθηκε με μουσουλμάνους προκρίτους με τους τελευταίους να μένουν ικανοποιημένοι από τη συγκεκριμένη συνάντηση. Στις 07 του ίδιου μήνα η βασιλική ακολουθία αφού πρώτα έκανε μία στάση στο Μεσδάνι (Αγναντερό Καρδίτσας) όπου και συναντήθηκε με τον τσιφλικά Χρηστάκη Ζωγράφο φθάνει στη Λάρισα όπου δέχεται μία ενθουσιώδη υποδοχή από τους κατοίκους της πόλης ενώ στην υποδοχή πήραν μέρος και Οθωμανοί γαιοκτήμονες (4). Να σημειώσουμε εδώ πως οι Οθωμανοί πολίτες οι οποίοι παρέμειναν μετά την προσάρτηση δεν ήταν φτωχές αγροτικές και λαϊκές οικογένειες καθώς από τον τύπο της εποχής – και όχι μόνο - πληροφορούμαστε πως 500 οικογένειες μουσουλμάνων επρόκειτο να μεταφερθούν στην επαρχία της Βέροιας ενώ από τις φυλακές Λαρίσης και Βόλου πολλοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη (5).
Όπως προαναφέρθηκε ο λαός της πόλης υποδέχθηκε τα ελληνικά στρατεύματα με μεγάλη αισιοδοξία γιατί ήλπιζε και πίστευε πως μαζί με την εθνική του ελευθερία θα απαλλασσόταν από το ζυγό και τη σκληρή εκμετάλλευση, αντίθετα όμως η σκληρή εκμετάλλευση συνεχίστηκε με χειρότερους όρους (6). Οι τσιφλικάδες και οι κεφαλαιούχοι οι οποίοι διεκδικούσαν τις γαίες που έμειναν ορφανές κατά την αποχώρηση του οθωμανικού κράτους και των Οθωμανών είχαν πολύ μεγάλη δύναμη στους κύκλους του αστικού κοινοβουλίου ενώ στην ελληνική κυβέρνηση της εποχής υπήρχαν υπουργοί τσιφλικάδες ή υποστηρικτές τσιφλικάδων «και με τις διαταγές τους άρχισε να πηγαίνει ο στρατός στα αλώνια συνοδεύοντας επιστασίες. Και αυτές, έχοντας προστασία από λόγχες, άρχισαν να αρπάζουν, όχι μόνο για τους “αφέντες” τους, αλλά και για τον εαυτό τους» (7). Η αντίδραση βέβαια των φτωχών αγροτών ήταν άμεση και έτσι 15 ημέρες μετά την προσάρτηση διαβάζουμε στον τοπικό τύπο (8) πως «… ήρξαντο να αναφαίνονται εκ μέρους των χωρικών αναρχικαί τάσεις». Η συγκεκριμένη εφημερίδα ήταν όργανο των κεφαλαιούχων και στα προαναφερθέντα άρθρα ασκεί κριτική στους αγρότες για τη στάση τους. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως οι κεφαλαιούχοι της εποχής είχαν ήδη έτοιμο το μηχανισμό προπαγάνδας.
Έτσι μαζί με την προσάρτηση της Θεσσαλίας λαμβάνει χώρα και το αγροτικό ζήτημα το οποίο πολλοί βουλευτές – όργανα όπως είδαμε των κεφαλαιούχων – προσπάθησαν να αποκρύψουν δηλώνοντας συνεχώς πως δεν υφίσταται. Ο Χ. Τρικούπης δε με τη φράση ότι «δεν υφίσταται αγροτικόν ζήτημα Θεσσαλίας – Άρτης» προσπάθησε να μεταμορφώσει τους αμφίβολους τίτλους αγοράς και ιδιοκτησίας των κεφαλαιούχων σε έγκυρους (9) (10). Από τη στιγμή όμως που η συγκεκριμένη αναγνώριση δεν είχε νομική ισχύ οι τελευταίοι απέφυγαν την προσφυγή στη δικαιοσύνη αναζητώντας πλάγιους δρόμους και έτσι βλέπουμε την κυβέρνηση Τρικούπη να στέλνει «στη Θεσσαλία αστυνόμους και νομάρχες (...) που φάνηκαν σκληρότεροι κι απ’ τους πιο χειρότερους Τούρκους. Τέτοια ήταν η πρώτη γνωριμία της θεσσαλικής αγροτιάς με το ρωμαίϊκο» (11).
(1) Παγανέλης Κ. Σπυρίδων, Η στρατιωτική κατάληψις της Άρτης και Θεσσαλίας, εκ του τυπογραφείου της ενώσεως, Αθήνα, 1882, σελ. 370.
(2) ΑΙΩΝ 04/07/1881.
(3) Αγγελική Σφήκα – Θεοδοσίου, Η προσάρτηση της Θεσσαλίας – η πρώτη φάση στην ενσωμάτωση μιας ελληνικής επαρχίας στο ελληνικό κράτος 1881/1885, Διδακτορική διατριβή που υποβλήθηκε στη Φιλοσοφική σχολή του Αριστοτέλειου πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σελ. 26.
(4) Αγγελική Σφήκα – Θεοδοσίου, ο. π., σελ. 28.
(5) (ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ 15/09/1881).
(6) Βλέπε περιοδικό: Θεσσαλία στους κοινωνικούς αγώνες, Το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία κατά τα πρώτα χρόνια της προσάρτησης, τ.7, Άνοιξη 2024, σελ. 86-98.
(7) Λάζαρος Αρσενίου, Το έπος των Θεσσαλών αγροτών και οι εξεγέρσεις τους 1881 – 1993, εκδόσεις Δωδώνη, Τρίκαλα, 1994, σελ. 35 | Πουρνάρας Δημήτρης, Ιστορία του αγροτικού κινήματος εν Ελλάδι, εκδόσεις Ακαδημαϊκόν, Αθήνα, 1931, σελ. 39.
(8) ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, 15/09/1881 – 22/09/1881.
(9) Το οθωμανικό κράτος πούλησε τα τσιφλίκια στους κεφαλαιούχους, πούλησε όμως μόνο το γήμορο (συμφωνημένη ποσότητα καλλιέργειας που αντιστοιχεί στον κάθε ιδιοκτήτη) και όχι τις γαίες γιατί στο ισλαμικό δίκαιο δεν υπήρχε η έννοια της κυριότητας.
(10) Λάζαρος Αρσενίου, ο. π., σελ. 48.
(11) Γιάνης Κορδάτος, Μεγάλη ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις 20ος αιώνας, Β’ έκδοση, Αθήνα, 1956, τόμος 12, σελ. 418.
